Τα τρία Πρωτόκολλα Ανακωχής που υπέγραψε διαδοχικώς ο Αντιστράτηγος Τσολάκογλου, τον Απρίλιο του 1941

Γεώργιος Τσολάκογλου
Ο Τσολάκογλου και ορισμένοι άλλοι ανώτεροι αξιωματικοί του Στρατού έλαβαν την απόφαση, άνευ εγκρίσεως της προϊσταμένης τους Αρχής και μη λαμβάνοντας υπόψη αυτή εν καιρώ πολέμου, για συνθηκολόγηση, κρίνοντας εκείνοι πως κάθε αντίσταση στους κατακτητές θα ήταν μάταιη. Σημειώνεται ότι πριν εκδηλωθεί η ιταλική επίθεση του Μαρτίου, στην ειδική σύσκεψη αντιστρατήγων που είχε γίνει στην Αθήνα ο ίδιος ο Τσολάκογλου είχε ταχθεί στη συνέχιση του αγώνα ακόμα και με το ενδεχόμενο γερμανικής επίθεσης που ήδη διαφαίνονταν στον ορίζοντα.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση, ο Τσολάκογλου συνελήφθη και φυλακίσθηκε στις φυλακές Αβέρωφ,. Παραπέμφθηκε στο δια της Συντακτικής Πράξεως με αριθμό 6/1945, της κυβέρνησης Ν. Πλαστήρα, συσταθέν Ειδικό Δικαστήριο, κατηγορούμενος για παράνομη συνθηκολόγηση που είχε προβεί με τον εχθρό, χαρακτηριζόμενη ως «συνθηκολόγησιν εν ανοικτώ πεδίω» και «πριν η υπ' αυτόν στρατιωτική δύναμις εκπληρώση πάν ό,τι το στρατιωτικόν καθήκον επιβάλλει» , καθώς και για εθνική αναξιότητα για την συνεργασία του, στη συνέχεια, με τις κατοχικές Δυνάμεις, αναλαμβάνοντας Πρωθυπουργός της χώρας.

Το Ειδικό αυτό Δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο, ενώ ταυτόχρονα το ίδιο δικαστήριο ζήτησε την μετατροπή της ποινής σε ισόβια δεσμά για τις "πολλαπλές υπηρεσίες του στη χώρα ως στρατιωτικός". Έτσι, το Συμβούλιο Χαρίτων συνήλθε στις 19 Αυγούστου του 1945 και μετέτρεψε την ποινή σε ισόβια κάθειρξη και ακολούθως οδηγήθηκε στις "φυλακές Ζελιώτη" (όπου αργότερα το μέγαρο Μινιόν) της Αθήνας.

Έχοντας όμως προσβληθεί από λευχαιμία, νοσηλεύθηκε επί έναν χρόνο στο Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού (ΝΙΜΤΣ), όπου και πέθανε στις 22 Μαΐου του 1948, στερημένος σύνταξης και πάμπτωχος.

Τα τρία Πρωτόκολλα Ανακωχής που υπέγραψε διαδοχικώς ο Αντιστράτηγος Τσολάκογλου, τον Απρίλιο του 1941.

   Την Μεγάλη Εβδομάδα του 1941 έκλεισε με δραματικό τρόπο η αυλαία της γιγαντιαίας κυρίας αμυντικής προσπάθειας της Ελλάδας κατά το Β΄ ΠΠ. Η Πατρίδα μας, είχε πολεμήσει ηρωικά από την 28η Οκτωβρίου 1940, κατά της Ιταλικής Αυτοκρατορίας αρχικά και ακολούθως, από την 6η Απριλίου 1941, και κατά της Γερμανίας, η οποία είχε μέχρι τότε κατακτήσει ολόκληρη την Ευρώπη πλην Αγγλίας και Ρωσίας. Την Κυριακή του Πάσχα, στις 20 Απριλίου 1941, υπεγράφη ανακωχή μεταξύ Ελλάδας-Γερμανίας, μετά την οποία απέμενε ελεύθερη μόνο η Κρήτη. Η άμυνα της Μεγαλονήσου συνεχίσθηκε με τη βοήθεια ανεπαρκών δυνάμεων της Βρετανικής Κοινοπολιτείας μέχρι το τέλος Μαΐου 1941, οπότε ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Ελλάδας από τον Άξονα, 216 ημέρες ή 7 μήνες μετά την εναντίον της πατρίδας μας Ιταλική επίθεση της 28ης Οκτωβρίου 1940. 

   Για να γίνει αντιληπτή η ανωτέρω μεγαλειώδης Ελληνική άμυνα, η οποία δίκαια απέσπασε το θαυμασμό εχθρών και φίλων, επιβάλλεται να αντιπαραβληθεί προς τις άμυνες που είχαν αντιτάξει πριν από αυτήν, οι λοιπές χώρες της Ευρώπης, που είχε ήδη καταλάβει ο Άξονας Γερμανίας-Ιταλίας. Σημειώνεται ότι η Αυτοκρατορική Γαλλία υπετάχθη σε 45 ημέρες, παρά το ότι υποβοηθήθηκε από σημαντικές Βρετανικές δυνάμεις, το Βέλγιο σε 18 ημέρες, η Ολλανδία σε 5 ημέρες, η Δανία σε 12 ώρες, ενώ Αυστρία, Ουγγαρία, Ρουμανία και Αλβανία προσχώρησαν στον Άξονα, ή παραδόθηκαν χωρίς να πολεμήσουν. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του ιδίου του Χίτλερ για την ασύγκριτη και ουσιώδη Ελληνική άμυνα και για την εξ αυτής έκβαση του Β' ΠΠ στην Ευρώπη, σε λόγο του στο Ράιχσταγκ την 4η Μαΐου 1941, που διασώζεται ηχογραφημένος στα αρχεία της ΕΡΑ. Αναφερόμενος ο Χίτλερ στην Ελληνική άμυνα και ανακωχή, είχε δηλώσει:

"Η ιστορική δικαιοσύνη με υποχρεώνει να διαπιστώσω ότι από όλους τους αντιπάλους που αντιμετωπίσαμε, ο Έλληνας στρατιώτης πολέμησε με ύψιστο ηρωισμό και αυτοθυσία, και συνθηκολόγησε μόνον όταν η εξακολούθηση της αντιστάσεως δεν ήταν δυνατή και δεν είχε κανένα νόημα. Ο Ελληνικός λαός αγωνίστηκε τόσο γενναία, ώστε και αυτοί οι εχθροί του δεν μπορούν να αρνηθούν την προς αυτόν εκτίμηση. Εξ όλων των αντιπάλων που μας αντιμετώπισαν, μόνον ο Έλληνας στρατιώτης πολέμησε με παράτολμο θάρρος και υψίστη περιφρόνηση προς τον θάνατο". 

   Ως προς δε τα αποτελέσματα της επτάμηνης Ελληνικής άμυνας στην έκβαση του Β' ΠΠ στην Ευρώπη, ο Χίτλερ είπε στις 30 Μαρτίου 1944 στη διάσημη φίλη του, Γερμανίδα φωτογράφο και κινηματογραφίστρια Λένι Ρίφενσταλ, όπως σημειώνει η ίδια στα απομνημονεύματά της:

"Η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο αποδείχτηκε καταστροφική για μας. Αν οι Ιταλοί δεν είχαν επιτεθεί στην Ελλάδα και δεν χρειάζονταν τη βοήθειά μας, ο πόλεμος θα είχε πάρει διαφορετική τροπή, θα είχαμε προλάβει να κατακτήσωμε το Λένινγκραντ και τη Μόσχα πριν μας πιάσει το Ρωσικό ψύχος". 

   Για την ολοκλήρωση της καταλήψεως της Ελλάδας, ο Χίτλερ χρειάστηκε δύο μήνες, παρά το ότι χρησιμοποίησε όχι κοινές στρατιωτικές δυνάμεις, αλλά τις εκλεκτότερες και πλέον εμπειροπόλεμες Γερμανικές μονάδες που διέθετε. Σ' αυτές περιλαμβανόταν αρχικά στην προσβολή των βορείων μας συνόρων η διαβόητη σκληροτράχηλη προσωπική του φρουρά των Waffen SS, η "Leibstandarte SS Adolf Hitler", ως και το πλέον επίλεκτο συγκρότημα τoυ τακτικού Στρατού "Gross Deutschland". Μετέπειτα, στη Μάχη της Κρήτης, έρριξε τις περίφημες αερομεταφερόμενες Μεραρχίες Αλεξιπτωτιστών, που αποδεκατίσθηκαν και δεν ξαναχρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλα εγχειρήματα. 

   Το ότι την ήδη επί πεντάμηνο μαχόμενη νικηφόρα κατά των Ιταλών Ελλάδα, προσέβαλαν επίσης οι εκλεκτότερες χιτλερικές δυνάμεις, ενώ είχαν πλέον εξαντληθεί όλα τα περιθώρια για περαιτέρω αποτελεσματική άμυνα, παραβλέπεται συνήθως και ρίπτεται ανάθεμα στον Έλληνα Στρατηγό, ο οποίος, έχοντας εξαντλήσει κάθε αμυντικό όριο, συνυπέγραψε με έντιμους αρχικά όρους, ανακωχή με τον Γερμανό Στρατηγό, Διοικητή της "Leibstandarte SS Adolf Hitler". Δυστυχώς ο Χίτλερ, υπό την πίεση του Μουσολίνι, επέβαλε την ακύρωση του αρχικού τιμητικού πρωτοκόλλου ανακωχής και την αντικατάστασή του διαδοχικά από δύο αλλεπάλληλα, δυσμενέστερα για την Ελληνική πλευρά πρωτόκολλα. Ο ιστορικός Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου παρουσιάζει με αντικειμενικότητα τις δραματικές φάσεις της διαδοχικής υπογραφής και τα ενδιαφέροντα κείμενα των εν λόγω πρωτοκόλλων στο βιβλίο του "Η Μάχη της Ελλάδος", που εξέδωσε το 1971 ο οίκος "Kabanas Hellas" και αξίζει να παρακολουθήσουμε ακολούθως την περιγραφή αυτή:

Κατά τας πρώτας απογευματινάς ώρας της 20ής Απριλίου, οι αποσταλλέντες εκ μέρους του Γ. Τσολάκογλου τρεις "κήρυκες", επέστρεψαν μετά του Γερμανού Υποστρατήγου Ντήτριχ, Διοικητού της τεθωρακισμένης μεραρχίας των S.S. "Αδόλφος Χίτλερ".

Την 6ην μ.μ. υπεγράφη υπό του Αντιστρατήγου Γ. Τσολάκογλου και του Γερμανού Υποστρατήγου Πρωτόκολλον, δια του οποίου ωρίζετο ότι "από της 18ης ώρας παύουν αι εχθροπραξίαι μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας και, μετ' ολίγας ώρας, μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας, μερίμνη του Γερμανού Αρχιστρατήγου", ότι "μεταξύ των Ιταλικών και Ελληνικών στρατευμάτων θα παρεμβληθή Γερμανικός στρατός", ότι τα Ελληνικά στρατεύματα "υποχρεούνται ν' αποσυρθούν μέχρι των παλαιών Ελληνοαλβανικών συνόρων, εντός δεκαημέρου, ν' αποστρατευθούν, να παραδώσουν τον οπλισμόν των και να μεταβούν εις τας οικίας των" και ότι "οι Αξιωματικοί θα φέρουν την εξάρτυσιν και τον οπλισμόν των τιμητικώς, μη θεωρούμενοι ως αιχμάλωτοι".

Μίαν ώραν βραδύτερον, Αξιωματικός του Επιτελείου του Γ΄ Σώματος Στρατού επληροφόρη τηλεφωνικώς τον Διοικητήν του Τ.Σ.Η. Αντιστράτηγον Ι. Πιτσίκαν ότι υπεγράφη ανακωχή. Κατόπιν τούτου, ο Διοικητής του Τ.Σ.Η, εθεώρησεν εαυτόν ως στασιαστικώς ανατραπέντα και την πρωίαν της 21ης Απριλίου ανεχώρησε δι' Αθήνας, ενώ την διοίκησιν του Τ.Σ.Η. ανελάμβανεν ο Αντιστράτηγος Τσολάκογλου. Την νύχτα της 20ής προς την 21η Απριλίου, απεστέλλετο εις Λάρισαν, όπου είχε αφιχθεί ο Διοικητής της 12ης Γερμανικής Στρατιάς Στρατάρχης Φον Λιστ, ο Διευθυντής του 3ου Γραφείου του Τ.Σ.Η., δια να παράσχη πληροφορίας περί των θέσεων των Ελληνικών στρατευμάτων, ώστε να παρεμβληθούν μεταξύ αυτών και των Ιταλών τα Γερμανικά στρατεύματα, όπως προέβλεπε το Πρωτόκολλον. Εκεί όμως, αντί να του ζητηθούν αι πληροφορίαι αυταί, του υπεβλήθη προς υπογραφήν νέον Πρωτόκολλον (διάφορον του υπογραφέντος την προτεραίαν υπό του Αντιστρατήγου Τσολάκογλου), το οποίον ούτος ηρνήθη να υπογράψη, διότι ουδεμίαν τοιαύτην εξουσιοδότησιν είχε. Κατόπιν τούτου έφθασαν εις Ιωάννινα αεροπορικώς την 5ην μ.μ. της 21ης Απριλίου ο Επιτελάρχης του Στρατάρχου Φον Λιστ, Στρατηγός Γκράιφενμπεργκ μετά του Υποστρατήγου Ντήτριχ και υπεχρέωσαν τον Τσολάκογλου (ως αιχμάλωτον πολέμου και ουχί "κατά την ελευθέραν αυτού κρίσιν") να υπογράψη το νέον Πρωτόκολλον. Ως δικαιολογία τροποποιήσεως του αρχικώς υπογραφέντος Πρωτοκόλλου προεβάλλετο υπό των Γερμανών το ότι η Ελληνική Κυβέρνησις και ο Βασιλεύς εξήγγειλαν "άμυναν μέχρις εσχάτων" και το ότι παρίσταται ανάγκη συνάψεως συμφωνίας και με τους Ιταλούς.
Ο αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου (καθιστός δεξιά) συζητά με τον Γερμανό στρατηγό Άλφρεντ Γιοντλ (καθιστός δεύτερος από αριστερά) και τον Ιταλό στρατηγό Φερρέρο (με την πλάτη στο φακό) το τρίτο και οριστικό πρωτόκολλο παράδοσης της Ελλάδας στη ναζιστική Γερμανία και τη φασιστική Ιταλία. Θεσσαλονίκη, 23 Απριλίου 1941

Το υπογραφέν την 21ην Απριλίου νέον Πρωτόκολλον μετέβαλλεν επί τα χείρω τους όρους του πρώτου. Ούτω, δι' αυτού: οι Αξιωματικοί και οπλίται της "Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας" εθεωρούντο αιχμάλωτοι πολέμου, τα δε όπλα, ολόκληρον το πολεμικόν υλικόν και άπαντα τα είδη εφοδιασμού της Στρατιάς αυτής, εθεωρούντο λεία πολέμου του Γερμανικού Στρατού, της οποίας μέρος εδίδετο και εις τους Ιταλούς. Αντί της Ελληνοαλβανικής μεθορίου, η οποία εις το πρώτον Πρωτόκολλον απετέλει το όριον της Ελληνικής συμπτύξεως, καθωρίζετο τώρα ότι μετά της Ανωτέρας Ιταλικής Διοικήσεως θα ωρίζετο "ζώνη διαχωρισμού, ίνα επιτευχθή ταχεία παύσις των εχθροπραξιών εφ' ολοκλήρου του μετώπου", χωρίς ν' αποσαφηνίζεται ούτε εις ποίον ύψος θα διήρχετο η ζώνη αύτη, ούτε από πότε θα κατέπαυον αι εχθροπραξίαι μετά του Ιταλικού Στρατού (αι οποίαι βάσει του πρώτου Πρωτοκόλλου επρόκειτο να παύσουν "μερίμνη του Γερμανού Αρχιστρατήγου", "ολίγας ώρας" μετά την υπογραφήν του, ήτοι μέχρι της πρωίας της 21ης Απριλίου).

Προτού συμπληρωθούν 24 ώραι από της υπογραφής του δευτέρου τούτου Πρωτοκόλλου, το οποίον υπέβαλον οι Γερμανοί παρασπονδήσαντες, εκινείτο εις Ιωάννινα (3 μ.μ. της 22ας Απριλίου), ο Γερμανός Αντιστράτηγος Μπίλερ, Διοικητής της 73ης Μεραρχίας, ο οποίος ανεκοίνωνεν εις τον Αντιστράτηγον Τσολάκογλου, ότι το Γερμανικόν Στρατηγείον εντέλλεται την αποστολήν κηρύκων και προς τους Ιταλούς, δια να καταστή δυνατή και η μετά τούτων υπογραφή της ανακωχής. Η αξίωσις αύτη απετέλει δευτέραν παρασπονδίαν των Γερμανών. Η τασσομένη προς απάντησιν προθεσμία ήτο τρίωρος, ταυτοχρόνως δε ανεκοινούτο παρά του Γερμανού Αντιστρατήγου, ότι ως γραμμή διαχωρισμού μεταξύ των Ιταλών και των Γερμανών, θα καθωρίζετο η αμαξιτή οδός Ηγουμενίτσα-Μπισδούνι-Μέτσοβον, αφήνετο δε να υπονοηθή, ότι εκ των Ελληνικών στρατευμάτων τα βορείως της ως άνω οδού, θα εθεωρούντο αιχμάλωτα των Ιταλών, τα δε νοτίως ταύτης αιχμάλωτα των Γερμανών. Ο Αντιστράτηγος Τσολάκογλου, διαμαρτυρόμενος διότι "διά δευτέραν φοράν ήλλαξαν οι αρχικοί όροι της συνθηκολογήσεως εν διαστήματι τεσσαρακονταοκταώρου, εις βάρος των στρατευμάτων και της χώρας", εδήλωσεν ότι "αναγκάζεται να υποκύψη υπό το κράτος βίας" και εν συνεννοήσει μετά των Διοικητών του Α' και του Β' Σώματος Στρατού, απέστειλε την 6.30 μ.μ. της 22ας Απριλίου κήρυκας και προς τους Ιταλούς, οι οποίοι υπέγραψαν προκαταρκτικόν Πρωτόκολλον ανακωχής, δι' ου αι εχθροπραξίαι κατέπαυον από της 11ης μ.μ. της 23ης Απριλίου 1941. Αμέσως κατόπιν ο Αντιστράτηγος Τσολάκογλου μετέβη δια Γερμανικού αεροπλάνου εις Θεσσαλονίκην, όπου υπέγραψε μετά του Στρατάρχου Γιόντλ, Επιτελάρχου της Ανωτάτης Διοικήσεως των Γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων και του Στρατηγού Φερρέρο, Ανωτάτου Διοικητού των εν Αλβανία Ιταλικών Δυνάμεων, το τρίτον και οριστικόν Πρωτόκολλσν (σύμβασιν) συνθηκολογήσεως.

Όταν υπεγράφετο η τριμερής σύμβασις, οι Ιταλοί ευρίσκοντο εις την Αλβανίαν, χωρίς να έχουν διαβεί τα σύνορα εις ουδέν σημείον. Μεταξύ όμως των Ελληνικών δυνάμεων του Τ.Σ.Η. επεκράτει απερίγραπτος σύγχυσις. Η είδησις ότι οι Γερμανοί υπανεχώρησαν και ότι διαγράφεται κίνδυνος αιχμαλωσίας μονάδων του Ελληνικού Στρατού υπό των Ιταλών, διεδόθη αστραπιαίως εις τα εν πορεία ή σταθμεύσει ευρισκόμενα πλησίον και νοτίως των συνόρων Ελληνικά στρατεύματα και επροκάλεσε κατάστασιν ατάκτου φυγής. Οι εις την περιοχήν Ιωαννίνων ευρισκόμενοι οπλίται και πολλοί Αξιωματικοί ετρέποντο προς Νότον, χρησιμοποιούντες παν μέσον μεταφοράς. Αι εγγύς των συνόρων ευρισκόμεναι μονάδες εκινούντο με τάχιστον ρυθμόν, ίνα ευρεθούν νοτίως του καθορισθέντος ορίου και ούτω παρουσιάσθησαν φαινόμενα μικράς ή μεγάλης διαλύσεως του μεγαλυτέρου μέρους των μονάδων, των οποίων οι οπλίται ετρέποντο προς Νότον, απορρίπτοντες τον οπλισμόν των, που θα περιήρχετο οπωσδήποτε εις χείρας του εχθρού. Ολόκληρος ο δυτικός κορμός της χώρας εγέμισεν από φυγάδας της αιχμαλωσίας, οι οποίοι με αφαντάστους ταλαιπωρίας επέστρεφον εις τας εστίας των. Ολίγα μόνον τμήματα κατώρθωσαν να παραμείνουν συγκεκροτημένα, ενώ παραλλήλως ήρχισεν η υπό του λαού διαρπαγή και λεηλασία των αποθηκών τροφίμων...

Χάριν της ιστορικής ακριβείας πρέπει να λεχθή ότι όταν οι Γερμανοί εδέχοντο την πρότασιν ανακωχής, εις τας 20 Απριλίου, δεν είχον την πρόθεσιν της διπλής παρασπονδίας. Απόρρητα στοιχεία, ελθόντα μεταγενεστέρως εις φως, πείθουν περί του ότι "καθ' ον χρόνον το Γερμανικόν Αρχηγείον των Ενόπλων Δυνάμεων έδιδε την διαταγήν του τερματισμού των διαπραγματεύσεων της ανακωχής με τους Έλληνας, ο Χίτλερ εσκέπτετο ότι ηδύνατο να θέση τον Μουσολίνι προ τετελεσμένου γεγονότος. Τούτο όμως δεν συνέβη. Ο Μουσολίνι ετηλεφώνησεν απ' ευθείας εις τον Χίτλερ και εζήτησε συμμετοχήν της Ιταλίας". Κατόπιν του διαβήματος τούτου ο Χίτλερ διέταξε να μην πραγματοποιηθή η συναφθείσα μετά της 12ης Γερμανικής Στρατιάς συνθηκολόγησις και να υποχρεωθούν οι Έλληνες όπως ζητήσουν και από τους Ιταλούς ανακωχήν, δια να φανούν και αυτοί συμμέτοχοι εις τον εξαναγκασμό του Ελληνικού Στρατού εις συνθηκολόγησιν.

Η Ελληνική Ανωτάτη Διοίκησις επληροφορήθη την αυτόβουλον συνθηκολόγησιν της 20ής Απριλίου την επομένην, από τον Στρατηγόν Χέιγουτ, Αρχηγόν της Βρετανικής Αποστολής Συνδέσμου παρά τω Γενικώ Στρατηγείω. Αμέσως απεστάλη δια του ασυρμάτου προς τον Διοικητήν του Τ.Σ.Η. Αντιστράτηγον Πιτσίκαν η εξής Διαταγή:

"Πληροφορούμαι ότι Αντιστράτηγος Τσολάκογλου ανέλαβε πρωτοβουλίαν συνθηκολογήσεως. Δέον να κατανοηθή παρά πάντων, ότι ύψιστα συμφέροντα πατρίδος απαγορεύουσι τούτο. Επικαλούμαι πατριωτισμόν πάντων. Στρατός δέον αγωνισθή μέχρις εσχάτου ορίου δυνατότητός του. Αντικαταστήσατε αμέσως Τσολάκογλου".

Το τηλεγράφημα τούτο ελήφθη την μεσημβρίαν της 21ης Απριλίου εις Ιωάννινα, δεν παρελήφθη όμως παρά του Διοικητού του Τ.Σ.Η., διότι ούτος, καταργηθείς εν τω μεταξύ από τον Αντιστράτηγον Τσολάκογλου, είχεν αναχωρήσει δι' Αθήνας.


   Τελικά, σε αναγνώριση του ηρωισμού των Ελλήνων μαχητών, με διαταγή του Χίτλερ δεν κρατήθηκαν πράγματι από τους Γερμανούς και Ιταλούς κατακτητές Έλληνες αιχμάλωτοι, οι δε Έλληνες Αξιωματικοί επετράπη να διατηρήσουν τα ξίφη και τις εξαρτύσεις τους, κάτι που δεν έγινε για τους μαχητές άλλων χωρών της Ευρώπης, που είχαν ήδη καταληφθεί από τον Άξονα. 

   Έχουν περάσει ήδη 60 χρόνια από τη λήξη του Β' ΠΠ στην Ευρώπη και τη σημαντικότατη Ελληνική συμβολή σ' αυτή τη Συμμαχική Νίκη, χωρίς, δυστυχώς ακόμη, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας (ΥΕΘΑ) να φροντίσει να παρουσιασθούν σε μία "Λευκή Βίβλο" και να προβληθούν ευρύτερα τα σπουδαιότερα από τα σκόρπια ιστορικά στοιχεία και από τα πολλά άγνωστα, ουσιώδη και συγκλονιστικά γεγονότα, που κάνουν την περίοδο αυτή της Ελληνικής ιστορίας να ξεχωρίζει και δικαιολογούν τα εγκώμια των ξένων για την Ελλάδα. Ένα τέτοιο ανθολόγιο σημαντικών γεγονότων και στοιχείων, προερχομένων από παγκόσμιες, πρωτογενείς, αδιαμφισβήτητες ιστορικές πηγές, θα έπρεπε να είχε συνταχθεί από το ΥΕΘΑ, να είχε μεταφρασθεί στις βασικότερες ξένες γλώσσες και να είχε διατεθεί δωρεάν σε Σχολεία, Πανεπιστήμια, Βιβλιοθήκες, Διπλωματικές Αποστολές κτλ., στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Ένα άρθρο του Υποναυάρχου ε.α. Σωτηρίου Γεωργιάδη ΠΝ
για την επέτειο των 60 χρόνων από τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου,
που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα 'ΕΣΤΙΑ' της 7ης Μαΐου 2005.
Previous
Next Post »

Δημοφιλείς αναρτήσεις της εβδομάδας

Popular Posts