«Οι πλύστραις για τοις βασιλοπούλαις» του Ν.Γ. Πολίτη, 1904

Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού: Παραδόσεις - Μέρος Α΄
Μια λαϊκή πίστη όπως την κατέγραψε ο Ν.Γ. Πολίτης στις «Παραδόσεις» του, που εκδόθηκαν το 1904. Ο τίτλος της με τη γραφή της εποχής: «Οι πλύστραις για τοις βασιλοπούλαις». Και δίκην υποτίτλου: «Δεμίρ Ισσάρ της Μακεδονίας». Πριν καν προχωρήσουμε στο καθαυτό κειμενάκι, μας ξενίζει η ίδια η ορθογραφία, ακόμα κι αν είμαστε μερικώς εξοικειωμένοι διά του Καβάφη, ενώ πιθανότατα δεν θα ξάφνιαζε τον μέσο αναγνώστη ενός αιώνα που ακόμα μπουσούλαγε, του 20ού. Κατά συνέπεια, η ίδια η απλή αλλαγή ορθογραφίας (η οποία στα μέρη μας ουδέποτε είναι «απλή», «απλώς επιστημονική», αλλά έχει και ιδεολογικό φορτίο) επηρεάζει έστω και ελαφρά τη δυνατότητα πρόσληψης και νοηματοδότησης· αν χαμογελάσεις ειρωνικά με το «τοις βασιλοπούλαις», δεν θα προσεγγίσεις το κείμενο όπως το προσέγγισαν όσοι δεν παραξενεύονταν καθόλου· κατά κάποιον τρόπο θα το υπερερμηνεύσεις – ή μάλλον θα το προερμηνεύσεις. Το τοτινό «φυσικό» είναι «αφύσικο» για μας· και αντιστρόφως. 

Στον υπότιτλο τώρα: αντί να μας φωτίζει, προσδιορίζοντας με ακρίβεια την περιοχή προέλευσης της ιστοριούλας, μας προκαλεί σύγχυση, διότι ανήκει σε μια πολιτική και εθνική γεωγραφία ξένη προς τη σημερινή. Και Μακεδόνες να είμαστε, αν ανήκουμε στις νεότερες γενιές, μάλλον πρέπει να καταφύγουμε σε εγκυκλοπαίδεια -τι λέω, στο Ιντερνετ- για να ταυτίσουμε το Δεμίρ Ισσάρ· ένα όνομα απολύτως και αμέσως κατανοητό πάντως για τους αναγνώστες του 1904, όταν η Μακεδονία δεν ήταν ακόμα ελληνική, τμήμα του ελληνικού εδάφους. Για το Σιδηρόκαστρο πρόκειται, το Demirhisar της Τουρκοκρατίας, το σιδερένιο κάστρο· που σκλαβώθηκε το 1383 και παρέμενε υπό τον οθωμανικό ζυγό επί 589 χρόνια, έως το 1912.

Ηδη λοιπόν μέσα σε έναν αιώνα και κάτι, ούτε καν ο τίτλος -ως έχει στο πρωτότυπο- και ο υπότιτλος δεν δίνουν το νόημα που έδιναν τότε και χρειάζονται κάποιου τύπου μετάφραση ή προσαρμογή. Ας προχωρήσουμε στην καταγραμμένη παράδοση (προσαρμόζοντας τώρα την ορθογραφία στα σημερινά, προς αποφυγήν συγχύσεως, αλλά και συγχίσεως, αν δεχτούμε τον ορθογραφικό διαχωρισμό που προτείνει ο Γ. Μπαμπινιώτης): «Σε μια μεριά ενός από τους βράχους του Δεμίρ Ισσάρ είναι δύο πλάκες γλιστερές. Αυτές τις λεν πλύστρες για τις βασιλοπούλες, γιατί τον παλαιό καιρό ελεύκαιναν σ’ αυτές τα ρούχα τους οι δυχατέρες του Φίλιππου του βασιλιά. Και ένα μαρμαρένιο πιθάρι που είναι στο κάστρο το λεν θησαυρό του Φίλιππου του βασιλιά, γιατί το κάστρο ήταν δικό του».

Ποιος ο Φίλιππος, αυτονόητο. Ομως: στις αρχές του 20ού αιώνα, και πιο πριν βέβαια, το πιο πιθανό ήταν να εννοήσουν αυτή την ιστορία στην κυριολεξία της – και να αναζητήσουν θησαυρούς, να αναζητήσουν δηλαδή ό,τι είχε απομείνει από τις παλαιότερες λαθραίες ανασκαφές, που αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για τη σύνταξη της ιστοριούλας· δεν πρόκειται άλλωστε για παραμύθι αλλά για λαϊκή πεποίθηση που, όπως όλες, ρίζωνε κάποτε στην πραγματικότητα. Σήμερα; Σήμερα χαμογελάμε ελαφρώς ακούγοντας την απλοϊκή ιστορία, γιατί ξέρουμε ότι δεν υπάρχουν θησαυροί. Δεν υπάρχουν πια, αυτό είναι το σωστότερο. Κάποιοι πρόλαβαν και τους βρήκαν – πριν από έναν αιώνα ή και μία χιλιετία. Τυμβωρύχοι υπήρχαν πάντα, και τα σύγχρονα νεκροταφεία άλλωστε στενάζουν από τις κλοπές χάλκινων αντικειμένων. Τους βρήκαν λοιπόν τους θησαυρούς, νομίσματα, όπλα, αγαλματίδια, και τους πούλησαν. Οπως -πιθανότατα- έγινε και στην Αμφίπολη, που η Πολιτεία και τα μίντια την αντιμετωπίζουν σαν ψυχοφυλετικό Ελ Ντοράντο, ικανό να οδηγήσει μεμιάς στην εκπλήρωσή τους όλα τα εθνικά μας οράματα.

Μακεδονική είναι και η αμέσως προηγούμενη ιστορία στις «Παραδόσεις» του Πολίτη, ακόμα πιο λιγόλογη. Πηγή της, δύο περιηγητές, ο Γάλλος Πιερ Μπελόν, του 16ου αι., και ο Κυριακός ο εξ Αγκώνος του 15ου. Τίτλος: «Το παχνί της φοράδας του βασιλιά Αλέξανδρου»: «Κοντά στους Φίλιππους στο μεγάλο δρόμο είναι μία πολύ μεγάλη πέτρα τετράγωνη ίσια ψηλή και βαθουλωτή απάνου. Εχει και γράμματα αλλιώτικα γραμμένα. Αυτή είναι το παχνί της φοράδας του βασιλιά Αλέξανδρου του μεγάλου». Οσο επιμελής μοιάζει ο προσδιορισμός της πέτρας (πολύ μεγάλη / τετράγωνη / ίσια / ψηλή / βαθουλωτή) τόσο ασαφής (αν και όχι παράδοξη, εφόσον μιλάμε για τον πολιτισμό της προφορικότητας) είναι η αναφορά στα γράμματα: «αλλιώτικα γραμμένα». Δηλαδή; Βουστροφηδόν; Χωρίς κενό ανάμεσα στις λέξεις, κεφαλαιογράμματες πιθανότατα; Ή λατινικά;

Ενας θρύλος σαν του Μεγαλέξανδρου φυσικό είναι να αφήνει πίσω του κάθε λογής ιστορίες, λογικοφανείς, τραβηγμένες, αδιάφορες ή πολλά υποσχόμενες σε ποικίλους καπήλους. Πριν από έναν αιώνα, το παχνί ήταν ακόμα παχνί και ο Μεγαλέξανδρος μισό ιστορία-μισό μύθος. Σήμερα, οπότε δύσκολα θα κρατήσουμε τον σαρκασμό μας ακούγοντας όχι για Βουκεφάλα αλλά για φοράδα, ένα παχνί ίσως δεν σημαίνει τίποτα συγκεκριμένο για τους περισσότερους εξαστισμένους. Και σήμερα πάντως είμαστε πρόθυμοι να πιστέψουμε οτιδήποτε ευφάνταστο, να σπρώξουμε όλο και περισσότερο στο περιθώριο την Ιστορία και να πιαστούμε από τα ξέφτια του θρύλου, αφού απαιτούμε από το όνομα «Αλέξανδρος» να σημαίνει τα πάντα· και να μας σώζει από οτιδήποτε: την κρίση, τη «μιζέρια», την κατάθλιψη κ.λπ. Παρεμπιπτόντως, το παχνί του Βουκεφάλα ήταν ο τάφος ενός Ρωμαίου με το όνομα Γάιος Βίβιος Κουάρτος.

Previous
Next Post »

Δημοφιλείς αναρτήσεις της εβδομάδας

Popular Posts