Εγκατάσταση Προσφύγων στον Ν. Σερρών στις αρχές του 20ου αιώνα

Στις πρώτες τρεις δεκαετίες του αιώνα η Ελλάδα ήταν αναγκασμένη να δέχεται, κατά συχνά διαστήματα, μαζικά προσφυγικά ρεύματα. Κατά συνέπεια, ήταν υποχρεωμένη να μεθοδεύει και ανάλογα προγράμματα αποκατάστασης των προσφύγων που διώχθηκαν από τη Θράκη και τη Μικρά Ασία, το 1920 για τους ομοεθνείς που εγκατέλειψαν τη Ρωσία μετά την επικράτηση του κομμουνισμού. 
Το σύνολο των προσφύγων όλων των παραπάνω περιπτώσεων υπολογίζεται γύρω στις 500.000 ψυχές. Τα προσφυγικά, όμως, αυτά ρεύματα δεν μπορούν να συγκριθούν με την προσφυγιά του Μικρασιατικού Πολέμου και κυρίως της Μικρασιατικής Καταστροφής, ούτε στον όγκο των προσφυγικών πληθυσμών, ούτε και στην ποιότητα των προγραμμάτων αποκατάστασης. Τόσο μαζική μετατόπιση πληθυσμών (1.221.849 άτομα) σε τόσο σύντομο διάστημα (1921-1924) δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία των λαών.229 Από την άλλη, για πρώτη φορά ο σχεδιασμός και ο προγραμματισμός της αποκατάστασης αναλαμβάνονται και υλοποιούνται από την Κ.τ.Ε., μέσω της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (στο εξής Ε.Α.Π.), η οποία λειτούργησε230 από τον Σεπτέμβριο του 1923 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1930. Οι δραστηριότητες όμως αυτές, υλοποιώντας το πνεύμα της Σύμβασης της Ανταλλαγής231 της 30 Ιανουαρίου 1923, δεν καλύπτουν μόνο τους πρόσφυγες που ανταλλάχθηκαν με κανονική διαδικασία, αλλά και όσους εγκατέλειψαν την Τουρκία από τις 18 Οκτωβρίου 1912 κ.ε. 
Όλοι αυτοί αποτελούν την κατηγορία των ανταλλαξίμων προσφύγων, την αποζημίωση και αποκατάσταση των οποίων αναλαμβάνει η Ελλάδα σύμφωνα με τα άρθρα 5-18 της Σύμβασης της Ανταλλαγής αλλά και με το Ιδρυτικό Πρωτόκολλο της Γενεύης
(29 Σεπτεμβρίου 1923). Ακόμη, με τα προγράμματα της Ε.Α.Π. αναλαμβάνεται και η συνέχιση των
εποικιστικών εργασιών που εκτελέστηκαν από το κράτος πριν από τη λειτουργία της (1923).




Οι στατιστικές του Ελληνικού στρατού φαίνεται ότι έγιναν μετά στο τέλος του δεύτερου Βαλκανικού πολέμου και την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου (Αύγ. 1913) ενώ είχαν προηγηθεί ανταλλαγές πληθυσμών. Αλλά και οι ποικίλες στατιστικές που διενεργήθηκαν πριν το 1913 παρουσιάζουν αναντιστοιχίες και ανακρίβειες, εξαιτίας των συνεχών μεταναστεύσεων, ιδιαίτερα των μουσουλμάνων στο διάστημα 1905-1913, καθώς και των διαφορετικών κριτηρίων στην καταμέτρηση των πληθυσμών. Και μετά το 1913 οι συνεχείς μετακινήσεις των πληθυσμών κάνουν αδύνατη την ακρίβεια στις στατιστικές καταμετρήσεις.
Μετακινήσεις ελληνικών πληθυσμών από τη Στρώμνιτσα, το Μελένικο και το Πετρίτσι προς τις ελληνικές περιοχές έγιναν μετά από εντολή του ελληνικού στρατού τον Αύγουστο του 1913. Στα τέλη του Ιουνίου του 1915 κατέφθασαν στη Μακεδονία πρόσφυγες από τη Βουλγαρία, τη Θράκη, τη Μ. Ασία, τον Καύκασο κ.α.

Στην περιοχή των Σερρών εγκαταστάθηκαν 21.306 πρόσφυγες. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος προκάλεσε επίσης διαφοροποιήσεις στον πληθυσμό. Γεγονότα όπως οι μάχες στον Στρυμόνα και οι αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών στη Βουλγαρία επηρέασαν τη δημογραφική εικόνα της περιοχής. Με την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγύ (Νοεμ. 1919) και την ιδιαίτερη σύμβαση μεταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας για ανταλλαγή πληθυσμών, μετακινήθηκαν από τη Βουλγαρία και άλλοι ελληνικοί πληθυσμοί. Την ίδια εποχή Έλληνες άρχισαν να φτάνουν στα λιμάνια της Ελλάδος από την Ανατολική Θράκη, Μ. Ασία, τον Πόντο και άλλες περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία αναφέρει ότι οι κάτοικοι της πόλης το 1920 ήταν 14.564. Λίγο αργότερα η μικρασιατική καταστροφή και η υπογραφή της Συνθήκης της Λοζάννης (Ιουλ. 1923) έφερε νέο κύμα προσφύγων προς τη Μακεδονία. 
Μέχρι το 1928 πάνω από 70.000 πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν ατό νομό Σερρών. Τα πρώτα χρόνια εγκατάστασης των προσφύγων η δημόσια υγεία επιδεινώθηκε δραματικά. Η δυσεντερία, ο εξανθηματικός τύφος και η ελονοσία, μάστιζαν τους πληθυσμούς.
Previous
Next Post »

Δημοφιλείς αναρτήσεις της εβδομάδας

Popular Posts