Η παράδοση του οχυρού Ρούπελ 26 Μαΐου 1916, diasporic literature spot

Η παράδοση του οχυρού Ρούπελ 26 Μαΐου 1916, άρθρο του περιοδικού diasporic literature spot

Διαμάχη Κωνσταντίνου – Βενιζέλου
Ας ξεδιπλώσουμε τη δυσάρεστη αυτή πτυχή, η οποία είναι το κύριο σημείο του παρόντος θέματος, ανεπηρέαστα, με μόνο σκοπό να υπηρετήσουμε την ιστορία και να πούμε όλη την αλήθεια.
Μέχρι στιγμής δεν αναφερθήκαμε καθόλου στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, αλλά απ’ τον δεύτερο βαλκανικό πηδήσαμε στον δεύτερο παγκόσμιο, παρ’ ότι τόσα πολλά και συνταρακτικά συνέβησαν τότε και συγκεκριμένα στις 14/26 Μαΐου 1916.
Πριν ξαναγυρίσουμε στο Ρούπελ καλά θα είναι να κάνουμε μια σύντομη αναδρομή στην τότε επικρατούσα κατάσταση στα Βαλκάνια.
Ύστερα απ’ τους νικηφόρους πολέμους του 12 και 13 ο βασιλιάς Κωνσταντίνος πήγε στη Γερμανία, καλεσμένος απ’ τον κουνιάδο του Κάιζερ. Ο Γερμανός βασιλιάς, για να δέσει περισσότεριο τον Κωνσταντίνο με τη γερμανική πολιτική, του απένειμε τη στρατηγική ράβδο. Στην τελετή της απονομής ο Κωνσταντίνος ευχαρίστησε τον Κάιζερ για την τιμή που του έκανε, λέγοντας πως οι νίκες του ελληνικού στρατού οφείλονται στη γερμανική τέχνη του πολέμου, την οποία διδάχτηκε αυτός και το επιτελείο του στη Γερμανία.
Ο Κωνσταντίνος πραγματικά είχε φοιτήσει στη γερμανική ακαδημία πολέμου του Μονάχου και μάλιστα είχε και συμμαθητή του τον Εσάτ πασά των Ιωαννίνων.
Τα λόγια αυτά του Κωνσταντίνου δημιούργησαν σάλο στη Γαλλία, γιατί η εκπαίδευση τότε του ελληνικού στρατού γινόταν με βάση τους γαλλικούς κανονισμούς και με την επίβλεψη γαλλικής στρατιωτικής αποστολής που βρίσκονταν στην Ελλάδα. Ο τότε πρωθυπουργός Βενιζέλος αξίωσε απ’ τον Κωνσταντίνο να πάει στο Παρίσι και να κάνει νέες δηλώσεις, ώστε να τακτοποιήσει κάπως τα πράγματα. Έτσι, φάνηκε πλέον ανοιχτά ότι, ο μεν Κωνσταντίνος ήταν υπέρ της γερμανικής πολιτικής, ενώ ο Βενιζέλος υπέρ των Αγγλογάλλων. Η διαφορά αυτή των δύο ηγετών έγινε γρήγορα οξύτερη κι είχε σαν αποτέλεσμα την παραίτηση της κυβέρνησης του Βενιζέλου στις 21 Φεβρουαρίου 1915.
Τότε, με τη Σερβία είχαμε συνθήκη συμμαχίας (είχε υπογραφεί το Μάιο του 1913) και όταν οι Αυστριακοί, μετά τη δολοφονία του αρχιδούκα Φερδινάρδου, στις 28 Ιουνίου 1914 στο Σεράγιεβο της Σερβίας, κήρυξαν τον πόλεμο κατά των Σέρβων, η Σερβία ζήτησε τη βοήθεια των Ελλήνων, επικαλούμενη την υπάρχουσα συνθήκη. Η ελληνική κυβέρνηση, όμως, αρνήθηκε να βοηθήσει, με τη δικαιολογία ότι ενδέχεται μια τέτοια ενέργεια της Ελλάδας να προκαλέσει την έξοδο της Βουλγαρίας στον πόλεμο.
Η Γερμανία στο μεταξύ είχε παρασύρει την Τουρκία με το μέρος της. Μάλιστα, είχε στείλει στα τουρκικά ύδατα και τα δυο γερμανικά πολεμικά πλοία, το ‘’Γκαιμπέν’’ και το ‘’Μπρεσλάου’’, τα οποία είχαν περάσει τα Στενά των Δαρδανελίων και είχαν ενωθεί με τον τουρκικό στόλο. Τότε ζήτησε η Γερμανία απ’ την Ελλάδα να αγνοήσει την υπάρχουσα συνθήκη φιλίας και συμμαχίας που είχε με τη Σερβία και να επιτεθεί εναντίον της. Στη γερμανική αυτή πρόταση ο Βενιζέλος απάντησε: «Η Ελλάδα είναι πολύ μικρό κράτος για να κάνει μια τόσο μεγάλη ατιμία».
Αντίθετα με τις αξιώσεις της Γερμανίας, ο Βενιζέλος πλησίασε την Αντάντ και προσπάθησε με κάθε τρόπο να πάρει με το μέρος των συμμάχων και τη Βουλγαρία. Έστειλε δε τρία υπομνήματα στο βασιλιά Κωνσταντίνο, προσπαθώντας να τον πείσει να δεχτεί κι αυτός, ώστε η Ελλάδα να πάρει το συντομότερο θέση ανοιχτά πλέον στο πλευρό των συμμάχων. Τα υπομνήματα αυτά δεν έγιναν τελικά δεκτά και ο Βενιζέλος στις 21 Φεβρουαρίου 1915 παραιτήθηκε. Στις 24 ορκίστηκε η κυβέρνηση Γούναρη. Σύντομα έγιναν εκλογές και ξαναβγήκε πάλι ο Βενιζέλος (Αύγουστος 1915).
Στα τέλη Ιουλίου υπογράφτηκε Βουλγαροτουρκική συμφωνία και Βουλγαροαυστριακή συμμαχία. Τον Αύγουστο η Βουλγαρία πήρε μεγάλο δάνειο από γερμανικές Τράπεζες κι αμέσως υπογράφτηκε βουλγαρογερμανική συμμαχία, με υπόσχεση της Βουλγαρίας να βγει στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1915 η Βουλγαρία κηρύσσει γενική επιστράτευση και στις 10 αναγκαστικά επιστρατεύεται και η Ελλάδα. Στις 18 άρχισε η απόβαση των Αγγλογάλλων στη Θεσσαλονίκη με άδεια της ελληνικής κυβέρνησης και τη συγκατάθεση του βασιλιά Κωνσταντίνου, με σκοπό να σπεύσουν σε βοήθεια της συμμάχου τους Σερβίας. Στις 30 αποβιβάζεται και ο αρχιστράτηγος των συμμάχων στα Βαλκάνια Γάλλος στρατηγός Σεράιγ.

Αξέχαστη συνεδρίαση της Ελληνικής Βουλής Ιστορική απάντηση του Βενιζέλου
Το βράδυ της 21ης προς 22η Σεπτεμβρίου γίνεται η ιστορική συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων, για να εξεταστεί η κατάσταση και να παρθούν αποφάσεις σχετικά με τη στάση της Ελλάδας ύστερ’ απ’ τις νέες εξελίξεις. Κάποια στιγμή ρωτάει ο βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος Θεοτόκης το Βενιζέλο: «Τι θα κάμεις αν, σπεύδοντας σε βοήθεια των Σέρβων, συναντήσεις γερμανικές λόγχες»; Και ο Βενιζέλος απαντάει σταθερά: «Θα κάμω το καθήκον μου». Αμέσως η κυβέρνηση παύτηκε απ’ το βασιλιά και διορίστηκε πρωθυπουργός ο Αλέξανδρος Χαΐμης.
Στις 23 Οκτωβρίου άρχισε η Αυστρογερμανική επίθεση κατά των Σέρβων και στις 29 επιτέθηκαν και οι Βούλγαροι. Οι Σέρβοι ζήτησαν τη βοήθεια των Ελλήνων αλλά η απάντηση ήταν αρνητική.
Δυο μέρες νωρίτερα, το βράδυ της 21ης Οκτωβρίου, έγινε άλλο επεισόδιο στη Βουλή, γνωστό σαν ‘’Επεισόδιο Γιαννακίτσα.’’
Ο στρατηγός Γιαννακίτσας ήταν υπουργός των Στρατιωτικών και είχε υποβάλει νομοσχέδιο στη Βουλή για τη χορήγηση πρόσθετου επιδόματος επιστράτευσης στους αξιωματικούς. Ο βουλευτής του Βενιζέλου Βλάχος μίλησε κατά του νομοσχεδίου και κατηγόρησε τον υπουργό, λέγοντας πως υποβάλλει χωρίς ντροπή ένα τόσο διασπαστικό νομοσχέδιο μεταξύ αξιωματικών και στρατιωτών σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή. Ο Γιαννακίτσας θύμωσε και νευριασμένος εγκατέλειψε τη Βουλή. Παραιτήθηκε κι από υπουργός και έγινε αρχιυπασπιστής του βασιλιά. Έγινε ψηφοφορία και, παρ’ ότι αποδοκιμάστηκε η κυβέρνηση και κλήθηκε ο βασιλιάς να σπεύσει σε βοήθεια των Σέρβων, δεν έγινε τίποτα.
Οι Σέρβοι δέχτηκαν τη σφοδρή επίθεση των Γερμανοαυστριακών και των Βουλγάρων. Λόγω δε του μεγάλου όγκου των επιτιθέμενων οι Σέρβοι και οι Αγγλογάλλοι σύμμαχοί τους υποχώρησαν. Τότε η κυβέρνηση Σκουλούδη δήλωσε πως θα αφοπλίσει όποιον Σέρβο ή Αγγλογάλλο στρατιώτη μπει μέσα στο ελληνικό έδαφος. Διαμαρτυρίες και διαβήματα του Γάλλου πρεσβευτή στην Αθήνα Γκυγεμέν δεν απέδωσαν τίποτα.
Ύστερ’ απ’ τη στάση αυτή της κυβέρνησης και η θέση του Γάλλου αρχιστράτηγου Σεράιγ στη Θεσσαλονίκη γινόταν δύσκολη, γι’ αυτό και οι Γάλλοι άρχισαν να περιχαρακώνουν την πόλη και να δημιουργούν έτσι ένα μεγάλο στρατόπεδο.
Οι Σέρβοι, υποχωρώντας μέσω Αλβανίας, κατέφυγαν στην Κέρκυρα, όπου και ανασυγκροτήθηκαν. Όταν ζήτησαν απ’ την ελληνική κυβέρνηση, να τους επιτρέψει να περάσουν μέσο Ιτέας και Μπράλου στη Μακεδονία κι από κει να μπουν στη Σερβία και να συνεχίσουν τον πόλεμο, δεν τους δόθηκε η άδεια.
Στο μεταξύ, στη Θεσσαλονίκη είχαν συγκεντρωθεί 118 χιλιάδες σερβικού στρατού, που έφτασε εκεί κάνοντας το γύρο της Πελοποννήσου, η σερβική Βουλή και ο Σέρβος αρχιστράτηγος αντιβασιλιάς Αλέξανδρος. Οι Σέρβοι μάλιστα, ύστερ’ απ‘ την εχθρική στάση της Ελλάδας, ζητούσαν απ’ το Σεράιγ και τους συμμάχους, να ανακηρύξουν τη Θεσσαλονίκη σερβικό έδαφος και προσωρινή πρωτεύουσα της Σερβίας, μια που οι σερβικές αρχές και τόσος σερβικός στρατός βρίσκονταν εκεί και να διοριστεί Σέρβος Νομάρχης. Ο Σεράιγ, όμως, δεν ήθελε να προχωρήσει σε ένα τέτοιο μέτρο, παρ’ ότι η ελληνική κυβέρνηση των Αθηνών τάσσονταν ανοιχτά πλέον υπέρ των Γερμανών και των Βουλγάρων.

Το δράμα του Ρούπελ
Στις 13 Μαΐου του 1916, πρωί-πρωί, δυο βουλγαρικά συντάγματα της 7ηςμεραρχίας, μαζί με ισχυρές γερμανικές μονάδες ιππικού και άλλα στρατιωτικά τμήματα, άρχισαν να κινούνται μέσα στην κοιλάδα του Στρυμόνα και κατά τις 11 το πρωί έφτασαν μπροστά στο οχυρό Ρούπελ. Γερμανός αξιωματικός παρουσιάστηκε στο διοικητή του φρουρίου ταγματάρχη Μαυρουδή και ζήτησε την παράδοση του οχυρού. Ο Έλληνας ταγματάρχης αρνήθηκε να παραδώσει το φρούριο και, υπακούοντας στις γενικές διαταγές περί προστασίας των συνόρων, διέταξε ‘’πυρ’’ εναντίον των προηλαυνόντων εχθρικών τμημάτων, τα οποία και υποχώρησαν προς το ύψωμα Κούλα. Το ελληνικό πυροβολικό έριξε 24 βολές και σταμάτησε, μια και οι επιτιθέμενοι υποχώρησαν. Ο Μαυρουδής ανέφερε αμέσως το γεγονός στον προϊστάμενό του συνταγματάρχη Μπαϊρά, διοικητή της 3ης μεραρχίας, στην οποία κι αυτός ανήκε και στο στρατηγό Μεσσαλά, διοικητή του φρουρίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος ήρθε σε επαφή με το Γενικό Επιτελείο Στρατού στην Αθήνα. Η αναφορά του στρατηγού Μεσσαλά έφτασε στα χέρια του υπαρχηγού του Γενικού Επιτελείου συνταγματάρχη Ιωάννη Μεταξά. Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου ήταν τότε ο στρατηγός Δούσμανης.
Όπως μας λέει ο Άγγλος λοχαγός Compton Mackenzie αξιωματικός της στρατιωτικής αστυνομίας του εκστρατευτικού σώματος στα Βαλκάνια, στο βιβλίο του ‘’Ελληνικές Αναμνήσεις,’’ ο στρατηγός Δούσμανης και ο αδερφός του ναύαρχος Δούσμανης και αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, καθώς και άλλοι κυβερνητικοί επίσημοι είχαν τακτικές επαφές με το Γερμανό πρεσβευτή στην Αθήνα Her Holfman και άλλους Γερμανούς επισήμους. Μάλιστα, συγκεκριμένα (σελ. 135-136) συναντήθηκαν στις 5 Ιουνίου στο σπίτι του διοικητή των Μηχανοκινήτων μεταφορών του στρατού Δελαπόρτα και στις 7 στο σπίτι του επιτελάρχη του 1ου Σώματος Στρατού Παπαβασιλείου.
Κατά τις 3 το απόγευμα έφτασε στο Ρούπελ διαταγή της ελληνικής κυβέρνησης του Σκουλούδη να παραδοθεί το οχυρό στους Γερμανούς και Βουλγάρους. Οι Έλληνες στρατιώτες υπερασπιστές του οχυρού δεν πίστευαν στ’αυτιά τους. Παρ’ όλη τη μεγάλη λύπη των φρουρών, κλήθηκε ο Γερμανός λοχαγός Thiel Rittmeister, διοικητής του γερμανικού ιππικού και τα χαράματα της 14ης Μαΐου 1916 συντάχτηκε σχετικό πρωτόκολλο και το οχυρό παραδόθηκε στους Γερμανούς και στους Βουλγάρους.

Η δουλικότητα του Σκουλούδη
Το Ρούπελ δεν το παρέδωσε στην ουσία ο Μαυρουδής. Το παρέδωσε απ’ την Αθήνα η Τριανδρία: Σκουλούδης, Γιαννακίτσας, Μεταξάς. Το τόσο σπουδαίο για την ασφάλεια της χώρας οχυρό, το οποίο ο Σκουλούδης υποτιμητικά χαρακτήριζε ‘’ανασχετικόν οχυρωμάτιον’’ είχε καταδικάσει νωρίτερα ο ίδιος, όταν, απαντώντας σαν πρωθυπουργός σε σχετική αξίωση των Γερμανοβουλγάρων για την παράδοσή του σ’ αυτούς, δήλωσε ότι δεν είχε καμία αντίρρηση. Μάλιστα, ο ανεκδιήγητος Σκουλούδης, μετά την παράδοση, ζήτησε και συγνώμη απ’ το Βούλγαρο πρεσβευτή στην Αθήνα Πασάρωφ, για τον τραυματισμό Βουλγάρων στρατιωτών με τις βολές του Μαυρουδή και παρακαλούσε το Βούλγαρο πρωθυπουργό Ροδοσλαύωφ να τον συγχωρήσει.

Το παλάτι άντρο προδοτών
Αλλά και ο ρόλος του παλατιού δεν ήταν λιγότερο επαίσχυντος στην παράδοση του οχυρού.
Με εντολή της βασίλισσας Σοφίας παρέλαβε ο αρχηγός των Επιστράτων των Αθηνών Δημ. Καρέλης απ’ το στρατηγό Δούσμανη τους χάρτες των οχυρών του Ρούπελ και τους παρέδωσε στο Βούλγαρο πρεσβευτή στην Αθήνα.
Η εγκυκλοπαίδεια της Πρωίας λέει χαρακτηριστικά: ‘’Το οχυρό παραδόθηκε στους Γερμανοβουλγάρους, οι οποίοι και αιχμαλώτισαν τας εν αυτώ ελληνικάς στρατιωτικάς δυνάμεις’’.
Η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια προσθέτει με λεπτομέρειες ότι επιπλέον παραδόθηκαν δύο πυροβόλα των 15 εκατοστών, δύο των 75 χιλιοστών, 800 βλήματα και 1.200.000 φυσίγγια.
Η δε Εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη στον 5ο τόμο και στη σελίδα 328 λέει πιο κατηγορηματικά: ‘’ . . . η κυβέρνηση Σκουλούδη παρέδωσε το Ρούπελ στους Γερμανοβουλγάρους στις 13 με 14 Μαΐου 1916.’’
Αυτή είναι η πρώτη και μοναδική φορά που το ονομαστό και ένδοξο φρούριο παραδόθηκε αμαχητί απ’ τους κατόχους του στους αντιπάλους.
Χαρακτηριστικό είναι, όπως μας λέει σ’ άλλο σημείο ο Mackenzie, ότι, όταν το Ρούπελ ζούσε την αγωνία και το δράμα της παράδοσής του, ελληνικά τμήματα στρατού έκαναν ασκήσεις επίθεσης κατά της Αθήνας υπό την εποπτεία του στρατιωτικού διοικητή της Αθήνας συνταγματάρχη Κωνσταντινόπουλου, αρχηγού της στρατιωτικής ένωσης βασιλοφρόνων. Μάλιστα, ο Σκουλούδης είχε δηλώσει πως οσονδήποτε κι αν προχωρήσουν οι Βούλγαροι προς νότον η Αθήνα οπωσδήποτε θα αμυνθεί.
Κι ενώ υπογράφονταν, σε εκτέλεση της διαταγής των Αθηνών, το πρωτόκολλο παράδοσης του Ρούπελ πολλοί στρατιώτες του φρουρίου αρνήθηκαν να παραδοθούν, αλλά με δάκρυα στα μάτια και αγανάκτηση στην καρδιά έφυγαν με τα όπλα τους προς τις Σέρρες και την Καβάλα και μάλιστα ανασυντάχτηκαν και συγκρούστηκαν αργότερα με τον προελαύνοντα προς νότο γερμανοβουλγαρικό στρατό.
Η παράδοση αυτή του Ρούπελ έκανε πάταγο μέσα κι έξω απ’ την Ελλάδα. Όλες οι εφημερίδες –ελληνικές και ξένες- εκτός απ’ τις πολυφιλοκυβερνητικές, περιέγραψαν την πράξη αυτή της κυβέρνησης με τα χειρότερα λόγια, μη διστάζοντας να την χαρακτηρίσουν και σαν προδοσία.
Στις 15 Μαΐου 1916, η εφημερίδα ‘’Πατρίς’’ έγραφε: ‘’Επί του ισχυροτέρου των ελληνικών φρουρίων . . . κυμματίζει από χθες, αντί της κυανολεύκου η βουλγαρική σημαία . . .’’
Την ίδια μέρα η ‘’Ακρόπολις’’ έγραφε: ‘’Το τρομερόν, το απίσιον, το απίστευτον . . . είναι η υπό των Γερμανοβουλγάρων κατοχή του φρουρίου του Ρούπελ, το οποίον η ελληνική φρουρά . . . μετά διαταγής της ελληνικής κυβερνήσεως, το εγκατέλειψε . . . ‘’
Επίσης, στις 15 Μαΐου 1916 η ‘’Εστία’’ έγραφε: ‘’ . . . Και ο ελληνικός στρατός διατάσσεται από την κυβέρνησή του να τα παραδίδει (τα φρούρια κ.λ.π.). Και καταβιβάζεται η ελληνική σημαία και ανυψούται η βουλγαρική. Και ο ελληνικός στρατός κλείει τα μάτια του, δια να μη βλέπει και σφίγγει την γενναίαν του ψυχή, ίνα ανθέξει εις το απροσδόκητον θέαμα. Αληθινόν μαρτύριον . . .’’.
Στα τέλη Ιουλίου οι Βούλγαροι προχώρησαν προς τις Σέρρες, αλλά η 6ημεραρχία, με διοικητή το συνταγματάρχη Χριστοδούλου, αντιτάχτηκε και μάλιστα ο τότε λοχαγός Γ. Κονδύλης, παρά τις διαταγές της κυβέρνησης, πολέμησε επί τρεις μέρες στο οχυρό της Φαιάς Πέτρας. Επίσης, το 18οσύνταγμα της μεραρχίας πολέμησε στην περιοχή του Δεμίρ-Ισάρ, όπου σκοτώθηκαν αρκετοί στρατιώτες, καθώς και ο υπολοχαγός Κουκουλέτσας και ο λοχαγός Πανταζόπουλος.

Η παράδοση του Δου Σώματος Στρατού.
Με την έγκριση της ελληνικής κυβέρνησης, οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι κινήθηκαν να καταλάβουν ολόκληρη την περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας, με τη συμφωνία, δήθεν, να μην μπουν στις Σέρρες, Δράμα και Καβάλα. Όταν, όμως, κατέλαβαν τα γύρω οχυρά της Καβάλας, αξίωσαν και την παράδοση του 4ου Σώματος Στρατού, που έδρευε στην πόλη αυτή. Ο σωματάρχης Χατζόπουλος συγκαλεί πολεμικό συμβούλιο απ’ όλους τους μεράρχους, εκτός απ’ τον μέραρχο της 5ης μεραρχίας της Δράμας, στον οποίο οι Βούλγαροι δεν επέτρεψαν την έξοδο απ’ την πόλη και αποφασίζεται η παράδοση του Σώματος στους Άγγλους. Υπογράφεται μάλιστα και σχετικό πρωτόκολλο τιμής.
Οι Άγγλοι πρόσφεραν πλοία στο Χατζόπουλο, για να περάσει το 4ο Σώμα στο Βόλο. Ο Χατζόπουλος, όμως, προτίμησε να παραδοθεί στους Βουλγάρους και στις 11 τη νύχτα της 29ης Αυγούστου (10 Σεπτεμβρίου) το 4ο Σώμα Στρατού περνάει τις βουλγαρικές προφυλακές και παραδίνεται με τον οπλισμό του στους εχθρούς. Έτσι, το ένα πέμπτο του πολεμικού υλικού της Ελλάδας παραδόθηκε στους Βουλγάρους. Επιπλέον, τεράστιες ποσότητες στάρι, μεγάλες δεξαμενές βενζίνης, καπνά αξίας 40 εκατομμυρίων χρυσών δραχμών κλπ. έπεσαν στα χέρια των Βουλγάρων.
Το απόγευμα της 30ής Αυγούστου ένας Βούλγαρος ιππέας κατέβασε την ελληνική σημαία απ’ το Λιμεναρχείο της Καβάλας και ύψωσε τη βουλγαρική. Κι έτσι, ο Βούλγαρος τσάρος Φερδινάνδος, δυο μέρες αργότερα, θα πει με περηφάνια σε διάγγελμά του, ότι ο βουλγαρικός στρατός έχει πια απελευθερώσει και ενώσει με τη Βουλγαρία ολόκληρη τη βουλγαρική Μακεδονία.
Από τη στιγμή αυτή αρχίζει η τραγωδία του πληθυσμού της Ανατολικής Μακεδονίας.
Έτσι λοιπόν, τον Αύγουστιο του 1916 ο σωματάρχης στρατηγός Χατζόπουλος παρέδωσε ολόκληρο το 4ο Σώμα Στρατού και 400 Έλληνες αξιωματικοί και 6000 στρατιώτες μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι στο στρατόπεδο του Γκέρλιτς στη Γερμανία.
Η εφημερίδα ‘’Έθνος’’ έγραφε στις 31 Αυγούστου 1916: ‘’Οι Βούλγαροι μπαίνουν στην Καβάλα και απάγουν αιχμαλώτους τους Έλληνες στρατιώτες . . . ‘’
Ο ‘’Ελεύθερος Τύπος’’ της 1ης Σεπτεμβρίου 1916 έγραφε: ‘’Η Καβάλα παρεδόθη και ο εν αυτή ελληνικός στρατός είναι αιχμάλωτος . . .’’
Η ‘’Εστία’’ της ίδιας μέρας έλεγε: ‘’Κατάρα στους υπεύθυνους . . . δεν είναι ένοχος ο πτωχός εκείνος στρατός, ούτε δειλίας, ούτε λιποταξίας. Διαταγάς εκτελεί . . . ‘’

Η Εκκλησία συμπαραστέκεται στους ενόχους
Οι πρωταίτοιοι αυτής της τραγωδίας κατηγόρησαν λίγο αργότερα και το Βενιζέλο σαν προδότη της πατρίδας του, παρ’ ότι σύντομα εκείνος επέστρεψε πανηγυρικά στην Ελλάδα και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη μετέπειτα εξέλιξη της πολιτικής ιστορίας του τόπου μας και η προσωπικότητά του και το κύρος του απέκτησαν παγκόσμια ακτινοβολία. Μάλιστα, η επίσημη Εκκλησία της Ελλάδας το απόγευμα της 12/25 Δεκεμβρίου 1916 αναθεμάτισε το Βενιζέλο σε δημόσια τελετή στο Πεδίο του Άρεως. (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς).
Στην ιεροτελεστία του αναθέματος χοροστάτησε ο τότε μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος, περιστοιχισμένος από συνοδικούς και από πλήθος παπάδων.
Πρώτος ο Θεόκλητος έριξε το λίθο του αναθέματος λέγοντας:
‘’Κατά Ελευθερίου Βενιζέλου, συλλαμβάνοντος αρχιερείς  και επιβουλευομένου Βασιλείαν και Πατρίδαν, ανάθεμα έστω’’.
Και  τελείωσε ο φανατικός Θεόκλητος την λειτουργία του με τα εξής λόγια: ‘’Τοιούτος βασιλεύς δεν εκθρονίζεται. Τον αναμένει το αυτοκρατορικό διάδημα των Κωνσταντίνων. Καίσαν, Αύγουστε εσύ νικάς’’.
Ο Κωνσταντίνος εκθρονίστηκε και έφυγε απ’ την Ελλάδα την 1η Ιουνίου 1917.
Και, σα να μην έφταναν όλα τα παραπάνω, στις 22 Ιουλίου 1917 ο μητροπολίτης Αθηνών Αμβρόσιος και ο αρχιεπίσκοπος Αττικής Νικηφόρος κυκλοφόρησαν και αφοριστική ανοιχτή επιστολή, της οποίας το κείμενο, παρμένο από αγγλικό βιβλίο, έχει σε μετάφραση ως εξής:






Αθήναι 22 Ιουλίου 1917
Ανοιχτή επιστολή
του Μητροπολίτου Αμβροσίου
και του Αρχιεπισκόπου Νικηφόρου
προς τους ψηφοφόρους αδελφούς εν Χριστώ.
Ημείς, οι υπογεγραμμένοι, λαβόντες υπ’ όψιν την έμμονην αξίωσιν των χιλιάδων Ελλήνων εφέδρων οπλιτών και πολιτών, αφορίζομεν τον Ελευθέριον Βενιζέλον, ως ένοχον εσχάτης προδοσίας. Ο άνθρωπος αυτός έχει προδώσει το Έθνος ημών εις τους Αγγλογάλλους. Είναι υπεύθυνος δια το τελεσίγραφον των Τριών Δυνάμεων, το οποίον επροξένησεν τόσην πικρίαν εις τον πολυαγαπημένον μας βασιλέα. Το τελεσίγραφον αυτό απεστάλη με την απαίτησιν, όπως ο ευγενής βασιλεύς μας αναγκασθεί να αναθέσει την κυβέρνησιν εις αυτόν τον μισθοφόρον Συνεγαλέζικον τράγον, τον Βενιζέλον, τον υποκινητήν της πυρκαϊάς του Τατοΐου.
Επάνω εις τον προδότην Βενιζέλον ημείς ρίπτομεν αφορισμόν, προσευχόμενοι επί πλέον όπως αι κάτωθι συμφοραί επιπέσουν επ’ αυτού:
Αι λύπαι του Ιώβ.
Η μοίρα του Ιωνά.
Η λέπρα του Ιεχωβά.
Το σκότος των νεκρών.
Αι καταιγίδες της κολάσεως.
Η αγωνία των αποθνησκόντων.
Η κατάρα του Θεού και των ανθρώπων.
Το ίδιον ανάθεμα επιρίπτομεν και επάνω εις όλους εκείνους, οι οποίοι θα ψηφίσουν δια τον προδότην Βενιζέλον εις τας προσεχείς εκλογάς. Επι πλέον ημείς θα προσευχηθώμεν, όπως τα χέρια αυτών των ψηφοφόρων ξεραθούν και όπως όλοι τους κωφαθούν τελείως και τυφλωθούν. Αμήν.
Υπογραφές

Αμβρόσιος Μητροπολίτης

Νικηφόρος Αρχιεπίσκοπος

Αργότερα θα γράψει ο ποιητής Γεώργιος Σεφέρης:




‘’Θυμάμαι τ’ απομεσήμερο της 12/25 Δεκεμβρίου 1916 –παιδί τότε 16 χρόνων- είδα από ένα παραθύρι της οδού Μπουμπουλίνας, το ελεεινό θέαμα του όχλου, με δεσποτάδες και παπάδες, που κουβαλούσαν πέτρες, για το ανάθεμα του Βενιζέλου. Την αηδία που μ’ έπνιγε στο Πολύγωνο, μπροστά στο φριχτό μνημείο με τα κερατοφόρα καύκαλα από τραγιά στην κορφή του . . .’’
Αυτή ήταν, με όσο γινόταν λιγότερα λόγια και χωρίς σχόλια η σκοτεινή πτυχή της ιστορίας του Ρούπελ, την οποία ανέφερα, για να γίνει γνωστή κι άλλη μια αλήθεια, ώστε, σιγά-σιγά, να μάθουμε οι πολλοί εμείς, ο λαός, πολλές τέτοιες αλήθειες, ολόκληρη αν είναι δυνατόν την αληθινή ιστορία μας, για να μπορέσουμε κάποτε, παραδειγματιζόμενοι απ’ τα λάθη μας και τα σφάλματα του παρελθόντος μας, να χαράξουμε οι ίδιοι το σωστό δρόμο της μελλοντικής μας πορείας.

Τμήμα άρθρου για την κατάληψη του Ρούπελ στον ΑΠΠ από το περιοδικό diasporic literature spot
Previous
Next Post »

Δημοφιλείς αναρτήσεις της εβδομάδας

Popular Posts