Η κατάληψη του Σιδηροκάστρου από τους Βουλγάρους, 13 Οκτωβρίου του 1912

Ο γενικός ελιγμός των Βουλγάρων απέβλεπε στην καθήλωση των Τούρκων κατά μήκος του μετώπου Αδριανούπολη – Σαράντα Εκκλησιές και την απ’ ανατολών υπερκέραση δια της οροσειράς Στράτζα Ντάγ προς Κωνσταντινούπολη.

Κατόπιν αυτού, η 2 Στρατιά (Στρατηγός -Ιβανώφ), στις 5 Οκτωβρίου 1912, εισέβαλε στη Θράκη και προχώρησε προς την Ανδριανούπολη μέσω των κοιλάδων του Έβρου και του Τούνζα. Η 3η Στρατιά (Στρατηγός Δημήτριεφ), στις 8 Οκτωβρίου, πέρασε τη μεθόριο και κατευθύνθηκε προς τις Σαράντα Εκκλησιές. Η 1η Στρατιά (Στρατηγός Κοντίτσεφ), παρεμβλήθηκε μεταξύ των δύο άλλων, και επιτέθηκε κατά του μετώπου Αδριανούπολη – Σαράντα Εκκλησιές.

Ο τουρκικός Στρατός, αφού δεν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τη βουλ­γαρική ενέργεια στις Σαράντα Εκκλησιές και μετά την προώθηση των Βουλγάρων προς το δεξιό του πλευρό, φοβούμενος την αποκοπή των συγ­κοινωνιών προς τη Κωνσταντινούπολη, αποφάσισε να εγκαταλείψει το σύν­δεσμο με το φρούριο της Αδριανουπόλεως και να συμπτυχτεί στη γραμμή Καραγάτς Ντερέ, από το Μπουνάρ Χισάρ μέχρι το Λουλέ Μπουργάς.

Η 2η Βουλγαρική Μεραρχία, ενεργώντας από τις 5 Οκτωβρίου 1912 στην άνω κοιλάδα του Άρδα ποταμού, πέτυχε να αποκόψει την υπο­χώρηση των εκεί περιορισμένων τουρκικών δυνάμεων και να τις υποχρεώ­σει σε παράδοση.

Η Βουλγαρική 7η Μεραρχία (Στρατηγός Θεοδωρώφ), στις 5 Ο­κτωβρίου 1912, κινήθηκε από Κιουστενδήλ προς το Σιμιτλή, όπου βρέθηκε προ τουρκικής δυνάμεως, την οποία εξανάγκασε σε υποχώρηση. 

Στις 13 Ο­κτωβρίου, συνέχισε προς τα νότια και αφού αντιμετώπισε περιορισμένη τουρκική αντίσταση στη διάβαση Σιδηροκάστρου, προέλασε προς τις Σέρ­ρες. Στις 26 Οκτωβρίου, πέρασε τη γέφυρα του Στρυμωνικού και ταχέως κατευθυνόταν προς τη Θεσσαλονίκη. Όπως κατέδειξαν τα γεγονότα που επακολούθησαν, σκοπός της ήταν να εισέλθει στη Θεσσαλονίκη τουλάχι­στον ταυτόχρονα με τον ελληνικό Στρατό και να διεκδικήσει συγκυριαρχία.

Για την κατάληψη του Σιδηροκάστρου γράφει ο κ Νίκος Σκαρλάτος:

ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟΥ KAI ΤΩΝ ΣΕΡΡΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ  ΒΟΥΛΓΑΡΟΥΣ 
Γράφει ο Νικ. Σκαρλάτος

Όταν τον Οκτώβριο του 1912 ο Ελληνικός στρατός,  προήλαυνε από το Σαραντάπορο και τη Μελούνα, τρέποντας σε φυγή  τα Τουρκικά στρατεύματα και καταλαμβάνοντας τα Μακεδονικά εδάφη, ο Βουλγαρικός στρατός,  υπό  την ηγεσία του Στρατηγού Θεοδώρωφ,  προήλαυνε προς τη Θεσσαλονίκη, την οποία επεδίωκε να καταλάβει πριν εισέλθει ο Ελληνικός στρατός, για να δημιουργήσει δικαίωμα προτεραιότητος.

Οι Βούλγαροι στρατιώτες κάθυγροι και λασπωμένοι από τη συνεχώς πίπτουσα βροχή, αναπαύονταν για λίγο στις άκρες των δρόμων και συνέχιζαν την πορεία τους, χωρίς να συναντήσουν Τουρκική αντίσταση, αφού ο κύριος όγκος του Τουρκικού στρατού είχε μεταφερθεί ακόμη  από  την  περίοδο  του  προγράμματος  της  Μυστέργης,  στην Ανατολική Θράκη, την Ήπειρο και το Σαραντάπορο.                                        

Tα Τουρκικά στρατεύματα των βορείων Σαντζακίων  της  Μακεδονίας,  τα οποία αποτελούνταν  ως  επί το πλείστον από στρατολογηθέντες εντόπιους, διαλύθηκαν μόλις εμφανίσθηκαν οι Βούλγαροι. Η κύρια τουρκική Στρατιά  του Στρυμόνα  με  2.500 άνδρες, υπό τον Ναδίρ Πασά συγκεντρώθηκε  βόρεια  του  Σιδηροκάστρου,   αλλά  λόγω  διακοπής των τηλεγραφικών επικοινωνιών βρέθηκε τελείως αποκομμένη.              

Στο  Σιδηρόκαστρο  είχε προωθηθεί και η Τουρκική Μεραρχία Σερρών,  απ’  όπου διατάχθηκε να σπεύσει προς ενίσχυση των αμυνομένων στα Γιαννιτσά Τουρκικών δυνάμεων.  Η Μεραρχία αυτή, όταν πήρε τη διαταγή  να προωθηθεί προς τη Θεσσαλονίκη,  μαζί  με  άλλα στρατεύματα,  αρνήθηκε να την εφαρμόσει. Αφού στασίασε, επέστρεψε στις Σέρρες,  για  την  προστασία  του εκεί υπάρχοντος Τουρκικού πληθυσμού.          Το ίδιο διάστημα με την υποχώρηση των Τουρκικών δυνάμεων, πολλοί πλούσιοι Τούρκοι  από  το Σιδηρόκαστρο και τα γύρω χωριά, φυγάδευσαν τις οικογένειες τους,  στη Θεσσαλονίκη και τις Σέρρες για μεγαλύτερη ασφάλεια.                                      

Στις 13 Οκτωβρίου του 1912,  η 7η  Βουλγαρική Μεραρχία, υπό το Στρατηγό Θεοδώρωφ,  μετά  από  μικρή  αντίσταση των Τούρκων στα στενά του Ρούπελ, ξεχύθηκε στην περιοχή του Σιδηροκάστρου.  

Από την ημέρα αυτή,  μέχρι  την  27η  Ιουνίου του 1913,  η πόλη και η γύρω περιοχή, περιήλθε  στα χέρια των αιωνίων αντιπάλων του Ελληνισμού.  Οι  Βούλγαροι  κατά  την προέλασή τους προέβαιναν σε επιστράτευση  χριστιανών, πολλών ηλικιών από τις πόλεις και τα χωριά που κατελάμβαναν.  Οι επίστρατοι Έλληνες και Βούλγαροι προωθούνταν  στην  πρώτη  γραμμή, ενώ  πολλοί  από  αυτούς   μεταφέρθηκαν στην Κάλη  και  πολέμησαν  στη  μάχη της Τσερβίστας (Καπνόφυτο). Άλλοι  μεταφέρθηκαν  στον  Σιδηροδρομικό Σταθμό του Σιδηροκάστρου   ( Στρυμόνα σήμερα),  για  ν’  αποτρέψουν  τη  διαφυγή  του Τουρκικού  στρατού,  ο  οποίος  οπισθοχωρώντας    συγκεντρώνονταν εκεί.                                                        

Κατά  την κατάληψη της η πόλη του Σιδηροκάστρου ήταν σχεδόν ακατοίκητη. Tην περίοδο αυτή είχε 3.000 Τούρκους, 1.000 Έλληνες,  400 Ρωμιόγυφτους,  200 Κιρκάσιους (Τσερκέζους)  και 50 Βουλγάρους. Συνολικά κατοικούσαν σ’ αυτή 4.650 άτομα, ενώ η αναλογία του πληθυσμού, ένας Έλληνας στους τρείς Τούρκους,  τα  τέσσερα τεμένη (τζαμιά)  και  οι  ισάριθμοι μεντρεσέδες  (Ιεροσπουδαστήρια),  έδιναν στο Σιδηρόκαστρο την όψη Τουρκόπολης.                                     

Όταν οι Βούλγαροι στρατιώτες εισήλθαν στην πόλη,  μέσα στα άδεια Τουρκικά σπίτια βρήκαν μόνο 15 ηλικιωμένους Οθωμανούς, ένα ημιπληγικό,  ένα τυφλό, ένα ανάπηρο και δύο καθηγητές, οι οποίοι κατακρεουργήθηκαν άγρια. Μετά την κατάληψη όμως και της πόλης των Σερρών, όσοι από τους φυγάδες Τούρκους  του Σιδηροκάστρου  σώθηκαν από τη σφαγή των Βουλγάρων  στην  πόλη  αυτή,  διατάχθηκαν  να  γυρίσουν  πίσω  στις εστίες τους.  Κατά την επιστροφή τους φτάνοντας στη μικρή πλατεία των Στρατώνων, δόθηκε εντολή από τους συνοδούς τους να σταματήσουν, για να συγκεντρωθούν όλοι οι ομόφυλοι τους. Έτσι, αναγκάστηκαν όλοι να διανυκτερεύσουν εκεί, με την ελπίδα ότι την επομένη θα τους επιτρέπονταν να μεταβούν στα σπίτια τους.  Οι  Βούλγαροι  όμως τα χαράματα της επόμενης ημέρας,  χώρισαν  τους άντρες από τις γυναίκες και τα γυναικόπαιδα  αντί να τα στείλουν στα σπίτια τους, όπως  ήλπιζαν,  τα  οδήγησαν  στην  ακραία  συνοικία  «Τσερκέζικα» (Καλλιθέα),  όπου  τα  εγκατέστησαν  ομαδικά  στα σπίτια των Κιρκάσιων (Τσερκέζων).                                                                        
Δεκαοκτώ ολόκληρες ημέρες κρατήθηκαν  κλεισμένα τα γυναικόπαιδα στα σπίτια αυτά.  Οι  ατιμίες,  οι κακώσεις και οι προσβολές της τιμής των γυναικών, ήταν στο καθημερινό πρόγραμμα.  Τη δέκατη ένατη ημέρα επιτράπηκε  σε μερικές  τουρκάλες  να πάνε στα σπίτια τους,  αλλά  τις  υπόλοιπες  τις  στέγασαν ανά τρεις ή πέντε οικογένειες μαζί σ’ ένα σπίτι,  κι’ εκεί συνέχισαν  να είναι έρμαιο  των ορέξεων κάθε Βούλγαρου στρατιώτη.                            

Τους άνδρες τους χώρισαν σε δύο ομάδες.  Στη μία έβαλαν τους ηλικιωμένους και στην άλλη τους νέους.  Τους  ηλικιωμένους  τους έκλεισαν στη φυλακή,  ενώ τους νέους με ισχυρή συνοδεία τους οδήγησαν στις φυλακές του Μελενίκου.  Κατά τη διαδρομή, υπέφεραν αφάνταστα  βασανιστήρια  από τους στρατιώτες, που τους συνόδευαν. Δεμένοι σφιχτά από τα χέρια  λακτίζονταν  και μαστιγώνονταν καθ’ όλη τη  διαδρομή,  ενώ  τους αφήρεσαν ότι πολύτιμο είχαν μαζί τους, χρήματα, ωρολόγια, δακτυλίδια και άλλα.                       

Οι πληροφορίες ότι πλησιάζουν οι Βούλγαροι στην πόλη των Σερρών, συνέβαλαν ώστε να καταρρεύσει το ηθικό  των  στρατιωτών  της  Τουρκικής Μεραρχίας και να διαλυθεί στις  20 Οκτωβρίου  ή  2 Νοεμβρίου, σύμφωνα με το παλιό ημερολόγιο.                                                                                                        
Μετά  την άσχημη  για τους Τούρκους τροπή των πραγμάτων,  στις 24  του  μηνός,  ο  Διοικητής  και  φρούραρχος των Σερρών Νατζή Πασάς,  εγκατέλειψε  και αυτός την πόλη μαζί με ολόκληρη τη φρουρά του,  που αποτελούνταν από 2.000 λογχοφόρους, δεκατρία τηλεβόλα και μία πυροβολαρχία Μαξίμ.         Την ίδια ημέρα,  24  Οκτωβρίου περί το απόγευμα, Βουλγαρικές συμμορίες κατελάμβαναν τις Σέρρες και τα χωριά της περιοχής.                   

Το καθεστώς που επέβαλαν οι Βούλγαροι στα καταλαμβανόμενα εδάφη ήταν παντού το ίδιο.  Όταν ο στρατός περνούσε μέσα από τα χωριά αφόπλιζε τους Οθωμανούς, όπλιζε τους χριστιανούς και ανέθετε την ασφάλεια τους και τις συγκοινωνίες στις ακολουθούσες το στράτευμα συμμορίες.  Παρατηρούνταν μάλιστα το παράδοξο φαινόμενο  να  είναι  διορισμένοι  σε  θέσεις διοικητών πόλεων και χωριών, πρώην  ληστές  και  φυγόδικοι,  οι  οποίοι  έτυχε  να είναι αρχηγοί τέτοιων συμμοριών.                             

Με διάφορα προσχήματα λήστευαν και φόνευαν,  ενώ προφασιζόμενοι έρευνες για ανακάλυψη όπλων,  απογύμνωναν  τα  σπίτια των μουσουλμάνων,  παίρνοντας κάθε πολύτιμο αντικείμενο και διέπρατταν ακατανόμαστα όργια σε βάρος μουσουλμανίδων γυναικών, μπροστά στα μάτια των συζύγων και των γονέων τους. Ένας πυροβολισμός,  που ρίχνονταν επίτηδες, ήταν αρκετός για να δώσει το σύνθημα σε κάποια  συμμορία  ν’  αρχίσει  τις σφαγές. Σε μία  ημέρα  τετρακόσιοι  Οθωμανοί σφαγιάστηκαν στην περιοχή ή θανατώθηκαν  με λογχισμό  ή  τυφεκισμό κατά τον πιο φρικτό τρόπο. Ανύποπτοι  οικογενειάρχες  συλλαμβάνονταν  στην   αγορά  από  τους Βουλγάρους,  οδηγούνταν  σε  κάποια  πάροδο  και  τουφεκίζονταν  ή λογχίζονταν χωρίς καμία διαδικασία.  Για  τη συμπλήρωση του έργου λήστευαν  τα  πτώματα,  ώστε  να  καυχώνται για την αποτρόπαια ανδραγαθία τους.                                       
Η  εγκατάσταση  δύο  ταγμάτων  Βουλγαρικού  στρατού  με  το πρόσχημα  της   προσωρινής  φιλοξενίας   στη  Θεσσαλονίκη,  υπό  το στρατηγό Θεοδώρωφ,  έδωσε  τη  δυνατότητα στο Ελληνικό Στρατηγείο  να  ζητήσει  από  τους  Βουλγάρους την εγκατάσταση στην πόλη των Σερρών μίας Επιλαρχίας Ιππικού  από 300 ιππείς υπό τον επίλαρχο Πιερράκο Μαυρομιχάλη.  Οι εύλογες  όμως εκδηλώσεις πατριωτισμού των Ελλήνων κατοίκων της πόλης,  αφύπνισαν  το φθόνο και τη ζηλοτυπία των Βουλγάρων στρατιωτικών, οι οποίοι άρχισαν πλέον να αντιμετωπίζουν τους Έλληνες ως υποτελείς.  Καθημερινά άρχισαν να προκαλούν επεισόδια,  ώστε  να δικαιολογούν στη συνέχεια τα αυστηρά  και  καταπιεστικά  μέτρα  της Βουλγαρικής Διοικήσεως σε βάρος του Ελληνικού στοιχείου.                

Η  βάναυση  συμπεριφορά  των  Βουλγάρων στη αρχή κατά του Τουρκικού  πληθυσμού  και  στη συνέχεια η τήρηση εχθρικής στάσης έναντι του Ελληνικού στοιχείου,  μέσα στις πόλεις και στην ύπαιθρο,  μετρίασαν τις αγαθές προθέσεις των Ελλήνων, οι οποίοι πιστεύοντας τις διαβεβαιώσεις των συμμάχων, τους υποδέχθηκαν στην αρχή ως ελευθερωτές. Γρήγορα όμως  έγιναν  αντιληπτές  οι  προθέσεις των Βουλγάρων και πολλοί κάτοικοι,  ιδίως  νέοι φυγαδεύονταν, προς τις ελεύθερες πλέον Ελληνικές περιοχές,  που  ελέγχονταν από τον Ελληνικό στρατό. Πολλοί ακόμη νέοι  έσπευσαν με την κήρυξη του Β΄ Βαλκανικού πολέμου να  καταταγούν  στον Ελληνικό στρατό,  για ν’ αποφύγουν τη σύλληψη τους από τους Βουλγάρους,  με  τα  γνωστά  για  τον Ελληνισμό της Μακεδονίας αποτελέσματα.                                                 
Από τις Ελληνικές οικογένειες του Σιδηροκάστρου τρείς ευπατρίδες νέοι οι Καλαϊτζής Νικόλαος του Αθανασίου, Γκαλίδης Λεωνίδας του Αγγέλου και Βαργεμέζης Νέστωρ του Ιωάννου,  πέρασαν  τα σύνορα και έσπευσαν να καταταγούν στον Ελληνικό στρατό, για να επιστρέψουν ως απελευθερωτές την 27 Ιουνίου του 1913,  στην  πόλη που γεννήθηκαν, τιμημένοι από τον Αρχιστράτηγο Βασιλιά Κωνσταντίνο και την  Ελληνική  Κυβέρνηση,  με  τα  μετάλλια των αντίστοιχων μαχών του Α΄ και Β΄ Βαλκανικών πολέμων.                                                                     

Η 7η  Βουλγαρική  Μεραρχία,  ενισχυμένη  και από τη Μεραρχία της Ρίλας,  αφού  κατέλαβε  τις Σέρρες κινήθηκε εσπευσμένα προς τη Θεσσαλονίκη υπό τον Θεοδωρώφ, επιδιώκοντας να εισέλθει στην πόλη του Αγίου Δημητρίου, προτού προλάβουν οι Έλληνες. Τις  Βουλγαρικές όμως  φιλοδοξίες πληροφορήθηκε έγκαιρα η Ελληνική Κυβέρνηση, γι’ αυτό έδωσε εντολή στον Αρχιστράτηγο, Διάδοχο Κωνσταντίνο,  να  κινηθεί  πάραυτα και να καταλάβει την πόλη το δυνατόν ταχύτερα.                                                                                          
Την  18η  απογευματινή  ώρα  της 26ης Οκτωβρίου, η 7η Βουλγαρική Μεραρχία,  έφθασε  στην  παρυφή της Θεσσαλονίκης, στη Γιουβέσνα.  Εκεί  έλαβε  επιστολή  του Έλληνα Αρχιστρατήγου με την οποία  γνωστοποιούσε  στο  Θεοδωρώφ  ότι  ο διοικητής των Τουρκικών δυνάμεων  και  η  υπ’  αυτόν δύναμη,  ως και η Θεσσαλονίκη, παραδόθηκαν  στον  Ελληνικό  στρατό.  Παρά  την  ειδοποίηση  αυτή, η Βουλγαρική  Μεραρχία  συνοδευόμενη από το διάδοχο του Βουλγαρικού θρόνου Μπόρις και τον αδελφό του πρίγκηπα Κύριλλο, ξεκίνησε την επομένη 27η Οκτωβρίου από τη Γιουβέσνα  και  το βράδυ έφθασε στο Γιαϊλατζίκ.  Καθ’ οδό έλαβε νέο έγγραφο του Ελληνικού Στρατηγείου,  με  το  οποίο  ειδοποιούνταν περί της παραδόσεως του Τουρκικού στρατού  και  της  Θεσσαλονίκης  στον  Ελληνικό Στρατό και ότι όφειλε  να  απέχει  από  κάθε  εχθρική  πράξη εναντίον τους.                                                                                                   
Όταν όμως η 7η Ελληνική Μεραρχία αναπτύχθηκε στην βόρεια παρυφή της Θεσσαλονίκης φάνηκε  μετά  από λίγο και η Βουλγαρική 7η Μεραρχία να πλησιάζει.  Τα  πρώτα της τμήματα σταμάτησαν προ των Ελληνικών, που κατείχαν το δρόμο.                                                                    

Ο Στρατηγός Θεοδωρώφ,  αφού  πλησίασε ζήτησε να επιτραπεί στον ίδιο  να  εισέλθει στην πόλη και να παρουσιασθεί προ του Διαδόχου Κωνσταντίνου.  Προσελθών δε στο Στρατηγείο του Διαδόχου στη Θεσσαλονίκη,  ζήτησε  να  επιτραπεί η είσοδος στην πόλη, σε δύο τάγματα  της  Βουλγαρικής  Μεραρχίας,  στα  οποία υπηρετούσαν οι πρίγκιπες,  για  να  μπορέσουν  ν’  αναπαυθούν υπό στέγη,  δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατό να τ’ αποχωρισθούν. Λόγω αβροφροσύνης προς τους δύο πρίγκιπες εισακούσθηκε η αίτηση του Θεοδωρώφ, αλλά οι Βούλγαροι, εισήγαγαν  με  δόλο,  μαζί με τα δύο τάγματα και άλλα τμήματα τηςΜεραρχίας. 
Previous
Next Post »

Δημοφιλείς αναρτήσεις της εβδομάδας

Popular Posts